Ιησούς Χριστός στον ουρανό

Αναστάσιμα Μηνύματα (του Αθανάσιου Σιαμάκη)

«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν»

Και οι πιο απλές εκδηλώσεις του ανθρώπου προδίδουν την ακατανίκητη επιθυμία του για ζωή. Ποιος μπορεί να τ’ αρνηθεί; Ο άνθρωπος κουράζεται για τον επιούσιο. Κτίζει σπίτι, για να ζήσει ανετότερα. Ξενιτεύεται, για ν’ αναβαθμίσει τη ζωή του. Αναζητεί γιατρό, για ν’ ασφαλίσει την υγεία του. Αποκτά παιδιά, για να ζει στο πρόσωπό τους. Ζωήφιλος και ζωηχαρής ο άνθρωπος. Ο γνωστός επώνυμος πλούσιος του ευαγγελίου ζήτησε από τον Αρχηγό της ζωής Κύριό μας Ιησού Χριστό απάντηση στο ερώτημά του· «Τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;».

Προφανώς αυτά που κατείχε (πλούτη, νιάτα, κοινωνική θέση) δεν του παρείχαν εγγύηση για μακροζωΐα και καλοζωΐα. Και πως, όταν βλέπει το θάνατο ν’ απλώνει τα πλοκάμια του, για να τον αγκαλιάσει; Θα ήταν πανευτυχής, μόνο αν δεν υπήρχε το μορμολύκειο αυτό. Να όμως που ο τυφλός και ασυγκίνητος θάνατος εισόρμησε στη ζωή του ανθρώπου σαν το υγρό στοιχείο της θάλασσας από τα πλευρά του τσακισμένου στο βράχο της φθοράς καραβιού. Στ’ αλήθεια!

Καθώς το πλοίο βυθίζεται, τι νόημα έχει να είσαι Κροίσος ή Σαρδανάπαλος ή πλανητάρχης ή καλλονή; Ο σκοτεινός βυθός του τάφου, στον οποίο σύντομα θα καταλήξεις, όπως όλοι, θ’ αποδείξει το ανίσχυρο και το μάταιο του πλούτου ή της εξουσίας ή της ομορφιάς. Πως λοιπόν θ’ απαλλαγεί ο θνητός από το βρόχο του θανάτου και θα περάσει στην «άλλη βιοτή», όπως λέει ο αναστάσιμος ύμνος, όπου η παγωμένη νύχτα της αμαρτίας και του θανάτου δεν θα υπάρχει; Όπου μνήματα, θρήνοι, ιοί (= μικρόβια), αδικία, πόνος, διάβολος, θα είναι άγνωστα;

Πως θα μεταβληθεί η εδώ κόλαση της ζωής σε μια ατέλειωτη άνοιξη, σε μια απαλή αύρα, σ’ ένα γλυκό χαμόγελο; Νοσταλγεί ο ταλαίπωρος θνητός άνθρωπος τη μακαρία αιωνιότητα, αλλά αδυνατεί να την αποκτήσει. Γιατί την ψάχνει σε λάθος δρόμο. Τι λοιπόν, ν’ απελπιστεί; Όχι, χίλιες φορές όχι! Υπάρχει κάποιος που μερίμνησε για την αιώνια ευτυχία του. Και αυτός δεν είναι άλλος παρά ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που, όπως ψάλλουμε αυτές τις μέρες, με το θάνατό του πάτησε το θάνατο, και σ’ αυτούς που είναι στα μνήματα, δηλαδή σ’ όλους εμάς τους θνητούς ανθρώπους, χάρισε την παντοτινή και αιώνια ζωή.

Ο αναστάς Κύριος είναι ο μοναδικός που μπορούσε να το κάνει, και το έκανε, χωρίς να το αξίζουμε ή να μας το χρωστάει, αλλά το έκανε γιατί μας αγαπάει «εις τέλος», δηλαδή με τέλεια αγάπη. Είναι αυτός που φροντίζει ακόμη και για τα εφήμερα λουλούδια. Είχε προειδοποιήσει τα λογικά πλάσματά του, τους ανθρώπους, ότι ήρθε στον κόσμο «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι» (= ζωή παραπανίσια, αθάνατη, ατελεύτητη, μακαρία) (Ιω 10,10).

Ο άγιος λοιπόν και δίκαιος και αναμάρτητος, αυτός που, όπως λέει ο απόστολος Πέτρος, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», ή, όπως διαβεβαιώνει ο βαπτιστής Ιωάννης, «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», έκλινε τους ουρανούς και ήρθε ανάμεσά μας σαν κοινός θνητός. Αποκάλυψε την αλήθεια, σφράγισε το κήρυγμά του με τα σημεία της θεϊκής του αγάπης, κι αφού τελείωσε το έργο του επί της γης, που παρέλαβε από τον Πατέρα του, παραδόθηκε οικειοθελώς στον επονείδιστο σταυρικό θάνατο, και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε, για να δείξει ότι είναι ανώτερος από το θάνατο, είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, ο χορηγός της αιωνίου και μακαρίας ζωής.

Έγινε άνθρωπος αυτός, για να γίνουμε εμείς θεοί. Πέθανε αυτός, για να ζήσουμε εμείς. Πόνεσε αυτός, για να ζούμε άπονα κι ευχάριστα εμείς. Πάνω στο σταυρό έσχισε το γραμμάτιο του χρέους των αμαρτιών μας. Με την ανάστασή του αφθαρτοποίησε την ανθρώπινη φύση και την κάθισε «εκ δεξιών του Πατρός». Ο Γιος του Θεού έγινε η «απαρχή των κεκοιμημένων», η αμάχητη ελπίδα ζωής αιωνίου για όλους τους ανθρώπους, που τον πιστεύουν και τον αγαπούν. Τώρα μπορούμε κι εμείς να συμμετέχουμε στο θρίαμβο της ζωής και της καταισχύνης του θανάτου.

«Πρέπει οπωσδήποτε» σαλπίζει ο απόστολος Παύλος, «το φθαρτό αυτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία και το θνητό να φορέσει την αθανασία… Τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος που έχει γραφεί από τον προφήτη Ησαΐα· Κατανικήθηκε ο θάνατος και καταπόθηκε, όπως η θάλασσα καταπίνει μία βάρκα. Πού είναι, θάνατε το κεντρί σου, που είναι άδη η δύναμή σου». Τώρα μπορούμε να συμψάλλουμε μαζί με τον υμνογράφο του αναστασίμου κανόνος τον χαροποιό παιάνα· «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν».

Το ζωηφόρο μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου, μήνυμα αιωνίου χαράς και ευφροσύνης, αυτό μόνο μπορεί να μεταγγίσει ζωή στην ανθρωπότητα των ημερών μας, που ψυχορραγεί διότι έδιωξε το Θεό από τη ζωή της. Η ανάστασή του χάρισε αιώνια ζωή στην ανθρωπότητα, στην οποία ο Θεός χλευάζεται και οι άνθρωποι αυτοθεοποιούνται, τα ήθη εκμαυλίζονται, η κοινωνία γίνεται απανθρωπότερη, η αδικία θεριεύει, οι πόλεμοι μαίνονται, η πείνα θερίζει, η ειρήνη εξαγγέλλεται αλλά δεν φαίνεται πουθενά, οι ελευθερίες εξανεμίζονται, οι κυβερνήτες εμπαίζουν τους λαούς, ο άνθρωπος δεν λογαριάζεται για άνθρωπος, η τηλεόραση ξεπουλάει τις αξίες, οι νέοι αποπροσανατολίζονται, τα ναρκωτικά σκοτώνουν, οι άντρες γυναικοποιούνται, οι γυναίκες ανδροποιούνται, τα αντρόγυνα διαλύονται, η φύση κακοποιείται, ο αέρας ρυπαίνεται, τα νερά μολύνονται, οι ανίατες αρρώστιες μαστίζουν τους άσημους αλλά και τους επίσημους, οι διάστροφοι επιμένουν στη διαστροφή, οι αποστάτες στην αποστασία, ο υπεράνθρωπος, όχι του Νίτσε, αλλά του κεφαλαίου, εκμηδενίζει τα ανθρώπινα πρόσωπα μεταβάλλοντάς τα σε παραγωγικά ζώα, ο διάβολος στήνει το θρόνο του στ’ αποκαΐδια και τρίβει τα χέρια του από χαρά…

Ας το εννοήσουμε πριν είναι αργά· Ο Νεκρεγέρτης Κύριος τείνει το χέρι του και είναι έτοιμος να μας πει «άνθρωπε σήκω επάνω», αρκεί η ανθρωπότητα, ο καθένας μας, γιατί εμείς αποτελούμε την ανθρωπότητα, ν’ απλώσει κι αυτή το δικό της χέρι…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *