Καμινάδα

Λάφει Γκίγκο (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΗ τέτα-Σόφκα ήταν μια χήρα με δυο αγόρια. Ο άντρας της ήταν στον Δημοκρατικό Στρατό στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και σκοτώθηκε στο Γράμμο πιστεύοντας ότι θα έφτιαχνε μια πατρίδα καλύτερη. Τα παιδιά της δε γνώρισαν τον πατέρα τους.

Ο Γιάντσες ήταν ο μικρότερος γιός και δύσκολα ξεκολλούσε από τη μάνα του η οποία δούλευε μέρα-νύχτα για να μπορούν να επιβιώσουν τα παιδιά της.

Για να βλέπει και να «γνωρίσει» τ’άλλα παιδιά και τους συγχωριανούς του ο Γιάντσες καθόταν σε μια πέτρα-κάθισμα που ήταν στο δρόμο έξω από το σπίτι του. Εκεί στην πέτρα έμοιαζε με έργο τέχνης, αφού καθόταν ακίνητος και αμίλητος για ώρες. Επίσης παρακολουθούσε το τι συνέβαινε γύρω του με το ένα μάτι κλειστό. Είχε έτσι διαγράψει το μισό κόσμο. Τους μισούς συγχωριανούς του ήταν φανερό πως δεν ήθελε ούτε να τους δει.

Όταν ενηλικιώθηκε πήγε στρατιώτης κι όταν απολύθηκε θέλησε να παντρευτεί, κάτι που είχε ήδη κάνει ο αδελφός του. Είχε βάλει μάλιστα στο μάτι και στη καρδιά του μια από τις κόρες του παπα-Γιάννη.

Κάθώς όμως ήταν συνεσταλμένος και διστακτικός, δεν τολμούσε να το πει πουθενά ούτε καν στη μάνα του. Τόλμησε όμως και το είπε στον Γκίγκο, τον συμπαθή γείτονα του. Ο Γκίγκος όταν το έμαθε τον καθησύχασε και του υποσχέθηκε ότι μαζί θα πάνε να ζητήσουν την κόρη του παπά.

Οι μέρες περνούσαν και μεγάλωνε η αγωνία του Γιάντσε ενώ ένιωθε και τη καρδιά του να ραγίζει γιατί ήθελε πολύ αυτή την κοπέλα. Ο Γκίγκος τον καθησύχαζε λέγοντας του να κάνει υπομονή και θα πηγαίναν στον παπά. Του έλεγε συνέχεια ότι είχε δουλειές και δεν μπορούσε αλλά ότι σύντομα θα έβρισκε χρόνο και θα πήγαιναν να ζητήσουν την κοπέλα από τον παπά.

Και η στιγμή έφτασε. Ένα βράδυ ο Γκίγκος του είπε ότι την επόμενη μέρα θα επισκέπτονταν το σπίτι του παπά. Ο Γιάντσες ούτε που κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα. Σκεφτόταν συνέχεια ότι θα ζητούσε την κοπέλα όμως θα του την έδινε άραγε ο παπάς;

Το απόγευμα της άλλης μέρας μαζί με τον Γκίγκο ξεκίνησαν για το σπίτι του παπά που ήταν στο Γιουρούκι, στον τρίτο και μικρότερο οικισμό της Αχλάδας. Όταν πήγανε εκεί, ο παπάς έλειπε, ήταν όμως στο σπίτι η παπαδιά. Όλα καλά σκέφτηκαν ο Γιάντσες και ο Γκίγκος, εξάλλου δεν θα κάνανε και αρραβώνα εκείνη την ημέρα, απλά μια διερευνητική συζήτηση θα κάνανε για να δούνε αν ανταποκρινότανε η οικογένεια του παπά στη δική τους πρόθεση. Η παπαδιά αρκούσε για να μάθουν.

Μπήκανε λοιπόν μέσα και στρογγυλοκάθησαν σ’ένα μικρό χωλ που βρισκόταν αμέσως μετά την εξώπορτα του σπιτιού ενώ στα δεξιά και αριστερά ήταν πόρτες δωματίων.

– Τι θα σας κεράσουμε; Ρώτησε η πρεσβυτέρα.
– Ένα τσιπουράκι, απάντησε αμέσως ο Γκίγκος…

Η παπαδιά μπήκε σ’ένα από τα δωμάτια κι επέστρεψε μ’ένα δίσκο με ένα μεγάλο πιάτο που είχε πιπεριές, ντομάτες, αγγουράκια τουρσί και λίγο τυρί. ΄

– Ολα αυτά είναι φτιαγμένα από μένα, είπε η παπαδιά.
– Που είναι ο παπα-Γιάννης, ρώτησε ο Γκίγκος.
– Τον φώναξαν να κάνει αγιασμό σ’ένα σπίτι που ρίχνουν θεμέλια σήμερα. Τον θέλετε κάτι; Ρώτησε η παπαδιά.
– Ναι τον θέλουμε. θα περιμένουμε λίγο κι αν δεν έρθει θα το πούμε σε σένα, είπε ο Γκίγκος και ήπιε λίγο από το τσιπουράκι του.

Ο Γιάντσες καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, ενώ ο Γκίγκος, καθώς του άρεσε το τσίπουρο και ο μεζές, όχι μόνο δε βιαζότανε αλλά ατάραχος τσιμπολογούσε και κατάπινε. Δεν έδειχνε να τον ενδιαφέρει το πρόβλημα που έκαιγε
τον Γιάντσε. Περισσότερο τον έκαιγε το τσίπουρο. Η παπαδιά από την άλλη κατάλαβε πάνω-κάτω γιατί είχαν έρθει αλλά δεν ήταν σίγουρη γι’αυτό άρχισε να ρωτάει.

– Ήρθατε. Καλως ήρθατε. Εμείς ζωντανά για πούλημα δεν έχουμε, μικρά παιδιά για βάφτισμα εσείς δεν έχετε, κάποια γιορτή στο σπίτι μας δεν έχουμε! Ποιός ο λόγος της επίσκεψης σας; Τους είπε η παπαδιά…

Ο Γκίγκος ατάραχος, ψύχραιμος και αμίλητος συνέχιζε να πίνει τα τσιπουράκια κι έκανε πως δεν άκουσε τις ερωτήσεις της παπαδιάς. Ο Γιάντσες από την άλλη στριφογύριζε στη θέση του και επειδή έβλεπε ότι ο Γκίγκος δεν μιλούσε αποφάσισε να πει αυτός κάτι.

– Εμείς ήρθααα… εμείς ήρθαμεεε… εμείς…, πρόσπάθησε να πει κάτι αλλά δεν τα κατάφερε, κολλούσε και στράφηκε προς τον Γκιγκο…
– Λάφει (μίλα) Γκίγκο, του είπε… και τον κοίταξε με βλέμμα ικετευτικό.

Ο Γκίγκος συνέχιζε όμως να είναι αδιάφορος, ατάραχος και αμίλητος και ήπιε ακόμα ένα τσιπουράκι. Έπειτα σκούπισε το μουστάκι του, καθάρισε τη φωνή του και ξεκίνησε να λέει:

– Πράγματι, ούτε ζωντανά για πούλημα έχετε, ούτε εμείς έχουμε μικρά παιδιά για βάφτισμα, ούτε γιορτάζει κάποιος από εσάς. Έχετε όμως μια όμορφη κοπέλα, ζηλευτή, νοικοκυρά κι εμείς έχουμε έναν λεβέντη, προκομμένο κι εργατικό και θα θέλαμε να γίνουν ζευγάρι.

Μόλις το άκουσε αυτό η παπαδιά καταχάρηκε. Είχε βέβαια καταλάβει πάνω κάτω γιατί είχαν έρθει οι δυο άντρες αλλά μόλις της το επιβεβαίωσε ο Γκίγκος δεν έκρυψε τη χαρά της.

– Ο Γιάντσες πράγματι είναι ένα καλό παιδί και σαν γαμπρός εμένα μου κάνει, όμως πρέπει να δούμε τι θα πει και ο παπάς και φυσικά πρέπει να ρωτήσουμε και την κόρη μας, αυτή θα’ναι μια ζωή κοντά του.

Μετά από λίγο και αφού είδαν ότι δεν φαινόταν ο παπάς ο Γκίγκος και ο Γιάντσες ήπιανε ακόμα ένα τσιπουράκι και σηκώθηκαν να φύγουν καθώς είχε αρχίσει να νυχτώνει. Έδειχναν ευχαριστημένοι που τα πράγματα μάλλον πήγαν καλά και ξεκίνησαν να πάνε προς τα σπίτια τους.

Στο δρόμο ο Γιάντσες ρωτούσε κάθε τόσο τον Γκίγκο αν είχε ελπίδες να του δώσουν την κοπέλα.

– Δική σου είναι, του έλεγε ο Γκίγκος. Εφόσον συμφωνεί η πεθερά, οι άλλοι ότι και να πουν δεν μετράει…
– Λες να τελειώσαμε δηλαδή Γκίγκο; Τον ρώτησε ο Γιάντσες.
– Όπως σε βλέπω και με βλέπεις… του απάντησε ο Γκίγκος.
– Εγώ μέσα σε αυτό το σκοτάδι, όχι μόνο εσένα αλλά τίποτα δε βλέπω, είπε ο Γιάντσες και καθώς έλεγε αυτά σκόνταψε στον χωματόδρομο και σωριάστηκε κάτω!

Μετά από λίγες μέρες η παπαδιά έστειλε έναν άνθρωπο για να δώσει το μήνυμα στον Γκίγκο ότι θα έδιναν τη κόρη της στον Γιάντσε. Ο Γκίγκος μόλις έμαθε τα νέα έτρεξε στο σπίτι του γείτονα του για να πει τα καλά νέα. Μόλις άκουσε τα νέα η τέτα-Σόφκα έπιασε ένα κοτόπουλο που είχε σφάξει και το έβαλε στο φούρνο της στόφας. Πότισαν τον Γκίγκο τσίπουρο, τον τράταραν εκλεκτούς μεζέδες, έπειτα φάγανε και το κοτόπουλο κι ο Γκίγκος ξεκίνησε να πάει σπίτι του μεθυσμένος.

Ευτυχώς που το σπίτι του ήταν απέναντι γιατί δεν θα έφτανε! Ο Γιάντσες του υποσχέθηκε δερμάτινα ακριβά σκαρπίνια, το σύνηθες δώρο για προξενητές, για τα δρομολόγια που έκαναν ανάμεσα στα δυο σπίτια.

Όλα πήγαν καλά, δεν άργησε να γίνει και ο γάμος που ευδοκίμησε και ο Γιάντσες με την παπαδοκόρη έκαναν μια καλή οικογένεια.

Terra Greca - Μεταποίηση Αγροτικών Προϊόντων - Φλώρινα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *