Γέρος άντρας - φωτεινή πηγή

Ο Βιδοβάρης, χαμένο ρούχο στον άνεμο (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΕίχαμε μεταφερθεί αναγκαστικά με τη μητέρα μου από το χωριό μας στη Μελίτη από τον στρατό. Έπρεπε να ερημωθεί το χωριό μας για να μην τροφοδοτεί τους παρτιζάνους του Δημοκρατικού Στρατού. Στη Μελίτη ζούσαμε σε συγγενικό σπίτι κι εγώ πήγαινα στο νηπιοτροφείο και περνούσα από την πλατεία για να πάω και να γυρίσω.

Μια μέρα ένας μελαμψός άντρας μ’ έπιασε από το χέρι, έσκυψε και με φίλησε, με πήγε σ’ ενα μαγαζί και μου αγόρασε καραμέλες. Ήταν ένας πρωτοξάδελφος του πατέρα μου, ο μπάρμπα-Ηλίας. Μέσα στο μαγαζί, μας πλησίασε ένας, μάλλον γέροντας, με φθαρμένα και λιγδιασμένα ρούχα, και ρώτησε τον μπάρμπα-Ηλία ποιός ήμουν. Του απάντησε ο μπάρμπα-Ηλίας και αυτός με ρώτησε τι κάνει ο μπαμπάς μου. Εγώ του είπα ότι ήταν στη Σαλονίκη και δεν ήξερα τι κάνει.

Ο γέροντας αυτός λεγόταν Βιδοβάρης και ήταν ένας παλιός αγροφύλακας του χωριού μας. Μετά από λίγους μήνες φύγαμε με τη μητέρα μου για τη Σαλονίκη κι επιστρέψαμε Χειμώνα του 1950 στον Πάνω Μαχαλά κι εγκατασταθήκαμε στο σπίτι του μπάρμπα-Ηλία.

Στο σχολείο που βρισκόταν στον Κάτω Μαχαλά της Αχλάδας, πηγαίναμε με τον Γιώργο Δόγα πεζοπορία. Ανάμεσα στον Πάνω και στον Κάτω, στα δεξιά του δρόμου, υπήρχε μια σπηλιά που είχε γίνει από τις γυναίκες που έσκαβαν για να πάρουν μάργα που τη χρησιμοποιούσαν για να πασαλείψουν τα χωμάτινα πατώματα των σπιτιών τους.

Από τη σπηλιά αυτή είδαμε ένα πρωί να βγαίνει ο Βιδοβάρης και μάθαμε ότι την χρησιμοποιούσε σαν αποχωρητήριο, οπότε εμείς θεωρήσαμε πως η θέση αυτή ήταν κάτι σαν αποχωρητήριο του χωριού, γι’ αυτό κάθε πρωί αποπατούσαμε εκεί.

Ο Βιδοβάρης ζούσε πια στον Πάνω Μαχαλά της Αχλάδας, σ’ ένα δωμάτιο κοντά στον δρόμο. Δε δούλευε, δεν είχε χωράφια κι ούτε είχε κάποιο συγγενή να τον συντηρεί. Πως κατάφερνε να ζει; Λέγανε τότε τόσο οι συγχωριανοί μας όσο και οι Αχλαδιώτες ότι ήταν ένας από τους ψευδομάρτυρες σε διάφορες δίκες και πληρώνονταν για αυτό, κι ακόμη πως τον χρησιμοποιούσε η ΚΥΠ (Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών) ως πληροφοριοδότη.

Κατά τη γερμανική Κατοχή, όταν Γερμανοί και Βούλγαροι στρατιώτες μάζεψαν στο προαύλιο του σχολείου μας όλο το χωριό, γιατί είχαν πληροφορίες για κάποιους αντιστασιακούς, ο Βιδοβάρης εκδηλώθηκε υπέρ των Βουλγάρων και μάλιστα αποκάλυψε ότι είχε αδερφό στον βουλγαρικό στρατό και μάλιστα ότι ήταν ανώτερος αξιωματικός. Εκείνη την ημέρα οι Γερμανοί σκότωσαν τέσσερις συγχωριανούς μας.

Ο Μήτσος, ένα παιδί λίγο μικρότερο από εμένα, έμενε στον Κάτω Μαχαλά και περιφερόταν στον Πάνω Μαχαλά γιατί είχε μια θεία. Σαν έμαθε πως ο Βιδοβάρης ήταν φτωχός και δεν είχε ούτε καν να φάει, σκότωνε κάργες και τις πήγαινε σε αυτόν για να έχει κάτι να φάει ο καημένος. Εγώ κι ο φίλος μου ο Γιώργος κατακρίναμε την πράξη του Μήτσου, γιατί οι κάργες δεν τρώγονται. Αν ήθελε να τον βοηθήσει, λέγαμε, ας του πήγαινε μια κότα. Η θεία του είχε πολλές.

Ο Πέτρος, ένα παιδί δεκατεσσάρων χρονών από το χωριό μας, κάποια μέρα που βάδιζε στον δρόμο, μεταξύ του Πάνω Μαχαλά και του χωριού μας, στη γέφυρα του Ρόζα, είδε μάλλον κάποιο αγρίμι και φοβήθηκε. Γύρισε πίσω
και χτύπησε την πόρτα του Βιδοβάρη, που ήταν στον δρόμο, και του ζήτησε να μείνει τη νύχτα στο σπίτι του, πράγμα που έγινε.

Ο Πέτρος διηγείται πως, όταν πρωτογνώρισε τον Βιδοβάρη, η εικόνα που είχε γι’ αυτόν δεν ήταν καλή. Μαζί με ένα άλλο παιδί από το χωριό μας, τον Χρήστο, πήγαιναν τα αγελάδια στο χωριό μας για να βοσκήσουν. Τότε μέναμε ακόμα στην Αχλάδα. Καθώς περνούσαν τα ζώα έξω από το σπίτι του Βιδοβάρη, ένα δαμάλι πήδηξε μια μικρή μάντρα και βρέθηκε στην αυλή του, οπότε κι αυτός άρχισε να τους μαλώνει και να τους βρίζει. Όλα όσα τους είπε, βρισιές και μαλώματα, τα κατάλαβαν, όμως χρόνια ρωτούσαν εκείνο το «κωλοπούστηδες», τι σήμαινε. Ο Πέτρος τότε ήταν δώδεκα χρονών και ο Χρήστος δέκα.

Όταν μαθεύτηκε ότι πέθανε ο Βιδοβάρης, ο πατέρας μου είχε πει χαρακτηριστικά πως «ψόφησε», κι απαλλάχτηκε ο τόπος από ένα παλιοτόμαρο. Κανένας δεν προσφερόταν για την ταφή του μέχρι που ο παπάς πλήρωσε κάποιον να σκάψει ένα λάκκο και τον έριξε μέσα χωρίς καν κιβούρι…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *