Πατάτες - κήπος

Πως μας κλέβανε τα λαχανικά και τα φρούτα οι Σαρακατσαναίοι (Π.Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΤο χωριό μας η Σέτινα (Σκοπός) μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, που έγινε από το 1946 έως το 1949, άδειασε κυριολεκτικά. Οι περισσότεροι από τον άμαχο πληθυσμό πέρασαν για προστασία τα σύνορα στη Γιουγκοσλαβία, πολλοί από τους μάχιμους βρίσκονταν ως πολιτικοί πρόσφυγες σε χώρες του συμφώνου της Βαρσοβίας, αρκετοί ήταν στρατευμένοι στον Εθνικό Στρατό και πολλοί σκοτώθηκαν ως μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού.

Η απογραφή του 1951 στο χωριό βρήκε έναν κάτοικο, τον μπάρμπα-Ηλία τον μυλωνά. Το φθινόπωρο του 1952 οι λίγες οικογένειες που βρέθηκαν στα γειτονικά χωριά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, επανήλθαν. Οι οικογένειες δεν ξεπερνούσαν τις δέκα, υπήρχαν όμως μοναχικά άτομα από υπερήλικες, απόστρατοι του Εθνικού Στρατού, που οι γυναίκες τους βρίσκονταν σε άλλες χώρες ως φυγαδες και διάφοροι αποφυλακισθέντες.

Από τους φυγάδες επέστρεψαν ελάχιστοι, ενώ από τους πολιτικούς πρόσφυγες κανένας. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν ξαναείδαν το χωριό τους και σχεδόν κανένας από τους απογόνους τους δεν είδε επίσης το χωριό των γονιών του.

Την άνοιξη του 1953 μια μέρα όταν ξυπνήσαμε αντικρύσαμε ότι στις περισσότερες αυλές των σπιτιών των φυγάδων είχαν στηθεί μαύρες μάλλινες σκηνές. Ήταν οι Σαρακατσαναίοι που αρχικά έβαζαν τα πρόβατα μέσα στα σπίτια των φυγάδων και οι ίδιοι μένανε στις σκηνές που τις είχαν στήσει στις αυλές των σπιτιών. Εμείς τους λέγαμε «Βλάχους» και αυτοί εμάς «Βούλγαρους».

Οι Σαρακατσαναίοι ήταν σκηνίτες κτηνοτρόφοι. Γέμισαν τα βοσκοτόπια μας για λίγες μέρες με μαύρα πρόβατα, ενώ τα λίγα δικά μας ήταν άσπρα. Σύντομα τα κοπάδια τους έφυγαν από το χωριό για τα βουνά ενώ οι οικογένειες έμειναν στο χωριό και άρχισαν δειλά-δειλά να μπαίνουν από τις σκηνές στα σπίτια, να τα καθαρίζουν αρχικά και σιγά-σιγά να μεταφέρουν τα πράγματα τους.

Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς σχεδόν όλοι έφευγαν για τα χειμαδια για να έρθουν και πάλι την άνοιξη. Όταν ξανάρθαν την άνοιξη, το σχολείο γέμισε παιδιά. Φτιάχναμε και δυο ομάδες ποδοσφαίρου και δεν παρακαλούσαμε το κορίτσια να παίξουν μαζί μας για να συμπληρώσουμε τις ομάδας.

Οι Σαρακατσάνοι δεν ήξεραν τίποτα από γεωργικές καλλιέργειες, αυτό όμως δεν τους ήταν εμπόδιο στο να τους
αρέσουν τόσο τα λαχανικά όσο και τα φρούτα.

Για να ικανοποιήσουν την ιδιαίτερη αυτή ροπή τους και αγάπη προς τα λαχανικά και τα φρούτα εφάρμοζαν την εξής τεχνική που είχε αποδειχθεί πως ήταν αποδοτική. Ξυπνούσαν τα χαράματα, έμπαιναν στους κήπους μας και γέμιζαν τον τορβά τους με λαχανικά και φρούτα. Μόλις γέμιζε ο τορβάς, έβαζαν πάνω-πάνω χόρτα και μάλιστα αρκετά έτσι ώστε να προεξέχουν από το στόμιο του τορβά και να φαίνονται.

Πολλές φορές τους πετύχαινες μέσα στον κήπο σου αλλά αυτοί ήταν απτόητοι και αντιδρούσαν ψύχραιμα.

– Πως από εδώ μπάρμπα; Ρώτησα μια φορά έναν που είχε μπει στον κήπο μας…
– Να, έχω ένα γέρικο και κουτσό πρόβατο στο σπίτι και μάζεψα μερικά χορταράκια από τον κήπο σου για να το ταϊσω το φουκαριάρικο το ζωντανό, είπε ο Σαρακατσάνος και μου έδειξε τα χόρτα που προεξείχαν από το άνοιγμα του τορβά.
– Και γιατί στον κήπο μας; Συνέχισα εγώ…- Μόνο εδώ υπάρχουν χόρτα; Γιατί δεν πας στο ποτάμι να μαζέψεις που έχει αρκετά;
– Τα πρόβατα και τα κατσίκια είναι παράξενα κι αν τα χόρτα είναι πατημένα ή λερωμένα δεν τα τρώνε. Του κήπου τα χόρτα είναι καθαρά και τρυφερά, είπε ο Σαρακατσάνος και συνέχισε… – Δόντια δεν έχει το κακόμοιρο το πρόβατο, τα ξερά και τα σκληρά δεν μπορεί να τα φάει. Αν σας πειράζει δεν ξανάρχομαι, εγώ το έκανα γιατί νόμιζα ότι σας βοηθάω με το να κόβω τα χόρτα του κήπου, να κάνω ξεβοτάνισμα όπως το λέτε κι εσείς, κι από ότι ξέρω το κάνετε κι εσείς…

Έπειτα έφυγε ο Σαρακατσάνος, κι εγώ έψαχνα στον κήπο να δω από που έχει κόψει χόρτα αλλά είχε κόψει πολύ λίγα για να καλύψει το πραγματικό περιεχόμενο του τορβά.

Άμα θύμωναν οι Σαρακατσαναίοι για κάτι μαζί μας, μας έλεγαν Βούλγαρους. Έτσι μια μέρα δυο δικά μας παιδιά, ο Πέτρος και ο Χρήστος, έβοσκαν τα αγελάδια κοντά στο ποτάμι και τα οδήγησαν σε ένα λιβάδι θερισμένο το οποίο δεν φυλαγόταν. Όταν τα γελάδια μπήκαν μέσα στο λιβάδι ήταν μέσα καμιά δεκαριά πρόβατα ενός Σαρακατσαναίου γέρικα και κουτσά. Ο Σαρακατσάνος θύμωσε που μπήκαν τ’αγελάδια στο λιβάδι και θα ενοχλούσαν τα πρόβατα του, εκνευρίστηκε και άρχισε να φωνάζει:

– Παλιοβουλγαράκια, δε βλέπετε που έχω εγώ το κοπάδι μου εδώ; Γιατί φέρατε τα διαόλια σας και μου τα προγκάνε;
– Γιατί όχι; Δικό σου είναι το λιβάδι; Του είπαν τα δικά μας παιδιά…
– Εγώ ήρθα πρώτος! Είπε ο Σαρακατσάνος και συνέχισε…- Φύγετε μη δοκιμάσετε τη γκλίτσα μου, εξάλλου εδώ είναι Ελλάδα δεν είναι Βουλγαρία.
– Για δοκίμασε! Του είπαν τα παιδιά…- Κι εμείς κρατάμε βοσκοράβδια και πιο χοντρά από τη γκλίτσα σου.

Το επεισόδιο τελείωσε εκεί αλλά εκείνο το βράδυ ο Πέτρος και ο Χρήστος την έστησαν στον Σαρακατσάνο ο οποίος πήγαινε στο καφενεδάκι του Παύλου, που ήταν στη μέση του χωριού. Τα παιδιά κρύφτηκαν σε κάτι χαλάσματα που είχαμε μπόλικα στο εγκαταλειμμένο και καμμένο χωριό μας και περίμεναν τον Σαρακατσάνο να φύγει από το καφενεδάκι.

Όταν αυτός ξεκίνησε για το σπίτι που έμενε, τον άφησαν να πάρει τον κατήφορο κι όταν απομακρύνθηκε έχοντας τη πλάτη γυρισμένη στα παιδιά, αυτά τον πλάκωσαν με πέτρες… Ο Σαρακατσαναίος πρόλαβε να φύγει και να γλιτώσει αλλά φώναζε… «Όι όι μανούλα μ’ θα με σκοτώσουν οι παλιοβούλγαροι…»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *