Ξύλινη γέφυρα

Φόνος ή ατύχημα; (Π. Βότσης)

Βότσης Πέτρος - ΣημείωμαΣκότωσαν έναν Μελιτιώτη στον Κόσματσο, ακούστηκε ένα πρωί στη δεκαετία του 1960 στο χωριό μας. Είχε πάει για ξύλα κάπου προς τη Βίσιμα παρέα με άλλους. Οι άλλοι γύρισαν, ενώ του σκοτωμένου μόνο το γαϊδούρι έφτασε, φορτωμένο με καυσόξυλα, στην αυλή του σπιτιού του και ο ίδιος δε φαινόταν. Όταν έφτασε το γαϊδούρι φορτωμένο, βγήκε από το σπίτι η γυναίκα του, όπως γινόταν κάθε φορά, για να βοηθήσει να το ξεφορτώσουν.

Η γυναίκα περίμενε για λίγο, όμως ο άντρας της δε φαινόταν και σκέφτηκε ότι συνάντησε κάποιον στο δρόμο και έπιασε κουβέντα και καθυστερεί. Φώναξε κάποιο από τα παιδιά του, ξεφόρτωσαν το ζωντανό, το ξεσαμάρωσαν και το οδήγησαν στο στάβλο. Όμως όσο κι αν περίμεναν όλοι του σπιτιού, ο άντρας δε φαινόταν.

Αργά τη νύχτα πήγαν στο Σταθμό Χωροφυλακής κι αναφέρανε ότι χάθηκε ο σύζυγος. Ο Σταθμάρχης κινητοποιήθηκε κι έστειλε νυχτιάτικα μια περίπολο να ψάξει. Η αναζήτηση ήταν άκαρπη γιατί το σκοτάδι ήταν αξεπέραστο εμπόδιο. Την άλλη μέρα κίνησαν συγγενείς, φίλοι και χωροφύλακες να λύσουν το μυστήριο της εξαφάνισης του ξυλοκόπου.

Βρέθηκε δίπλα από το μονοπάτι που ακολουθούσαν οι ξυλοκόποι της Μελίτης. Τραύματα όμως, χτυπήματα ή μώλωπες στο σώμα του δεν υπήρχαν! Τον είχαν σκοτώσει; Γιατί τον σκότωσαν; Ποιός τον σκότωσε; Μήπως ήταν ατύχημα; Μήπως πέθανε από καρδιακή προσβολή ή κάτι άλλο; Μήπως έπασχε από κάτι; Δεν ξέρουμε από τι και πως, όμως σίγουρα ήταν ένα πιασάρικο θέμα για τα καφενεία των χωριών μας.

Οι καφενόβιοι, χωρίς καθυστέρηση, άρχισαν τις ανακρίσεις, κάποιοι είχαν έτοιμο ένα πλήρες σενάριο του φόνου ή του ατυχήματος και ορισμένοι προχώρησαν στη δίκη και στην καταδίκη του δολοφόνου.

– Γιατί τον εγκατέλειψε η συντροφιά του και δεν τον αναζήτησε; Μήπως μάλωσε με κάποιον από τη συντροφιά και τον σκότωσε πάνω στη συμπλοκή και οι άλλοι τον καλύπτουν; Αναρωτήθηκε κάποιος…

– Δεν υπήρχαν ενδείξεις συμπλοκής ούτε στο μέρος που βρέθηκε, ούτε στο σώμα του, απάντησε ένας θαμώνας του καφενείου.

– Το πιθανότερο είναι κάποιος Σετινιώτης που τον βρήκε με χλωρά ξύλα, πράγμα που απαγορεύεται και μάλιστα σε δάσος της Σέτινας, να μάλωσε μαζί του. Αρπάχτηκαν και τον σκότωσε. Συχνά μάλωναν για τα ξύλα οι Μελιτιώτες με τους Αχλαδιώτες και τους Σετινιώτες.

– Και πως τον σκότωσε; Τραύμα όπλου δεν υπήρχε, χτυπήματα δεν υπήρχαν, ούτε και μελανιές, είπε κάποιος…

– Θα τον χτύπησε στο συκώτι ή πίσω στο σβέρκο και του’ κοψε το νήμα της ζωής ή στο λαιμό με κοφτό χτύπημα και του’ κοψε την ανάσα, πρόσθεσε κάποιος άλλος.

– Αυτά μόνο επαγγελματίας φονιάς τα ξέρει και τα κάνει και τέτοιους δεν έχουμε στα χωριά μας. Εξάλλου θα φαίνονταν τα χτυπήματα.

– Μάλλον κάποιος τον σκότωσε για πολιτικούς λόγους, είπε κάποιος. Μερικοί λένε ότι ψήφιζε ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) και ξέρεις ότι έχουμε στα χωριά μας θερμοκέφαλους «εθνικόφρονες» που είναι ικανοί να κάνουν κάτι τέτοιο. Μην ξεχνάς πως μερικοί, μετά τον Εμφύλιο, τρομοκρατούσαν τις γυναίκες των παρτιζάνων και ορισμένες τις ανάγκασαν να πάνε να βρούνε τους άντρες τους στις σοσιαλιστικές χώρες ή στο «Σιδηρούν Παραπέτασμα», όπως το αποκαλούσαν! Ακούσθηκε κάποιος από το βάθος του καφενείου, που φαίνονταν να τον διακατέχει η αγανάκτηση.

– Μα δε νομίζω πως ήταν ΕΔΑίτης, μάλλον κεντρώος ήταν, απάντησε αμέσως κάποιος άλλος. Οι κεντρώοι για τους δεξιούς ήταν συνοδοιπόροι με τους αριστερούς, ανταπάντησε ο προηγούμενος.

– Γιατί τα κάνετε τα πράγματα δύσκολα χωρίς να είναι; Αφού δεν πυροβολήθηκε, δε χτυπήθηκε, γιατί να μην πέθανε από ανακοπή καρδιάς; Είπε κάποιος…

Μετά από αρκετά χρόνια το περιστατικό έγινε και πάλι θέμα στα καφενεία των χωριών και ο διάλογος είναι χαρακτηριστικός:

– Έχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε κι απάντηση για το έγκλημα δεν έχει δοθεί.

– Γιατί έγκλημα και όχι ατύχημα; Ακούστηκε μια φωνή…

– Και που ξέρεις εσύ; Αφού ακόμα δεν έχει διαλευκανθεί. Ρώτησες τη χωροφυλακή τι έχει γράψει για τη περίπτωση αυτή;

– Όχι, μα αν είχε διαλευκανθεί δεν θα ακούγαμε κάτι;

– Γιατί; Εσένα σου στέλνει η χωροφυλακή δελτίο συμβάντων και τα πορίσματα των ανακρίσεων;

– Όχι, τι δουλειά έχω εγώ με αυτά…

– Δεν έχεις, όμως επιμένεις να τα συζητάς…

– Ε τι να κάνω; Δεν περνάει καλύτερα έτσι η ώρα μας;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *